
Καλοκαίρι 1968. Η οικογένεια επιτέλους κατέβηκε από τα χωριουδάκια της ορεινής Ναυπακτίας, όπου οι γονείς υπηρετούσαν σαν δημόσιοι υπάλληλοι με νέο προορισμό την Πάτρα. Νέοι φίλοι, νέες εικόνες ,νέες προκλήσεις. Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν η θάλασσα. Εγώ ήμουν ήδη 7 χρονών αλλά από μπάνιο τίποτα. Μου αγόρασαν ένα σωσίβιο και μια τεράστια οβάλ μάσκα, η οποία δεν εφάρμοζε με καμία δύναμη στο πρόσωπο μου και έβαζε μεγάλες ποσότητες νερού από παντού.
Σύντομα εγκατέλειψα το σωσίβιο, όχι γιατί έμαθα να κολυμπάω αλλά γιατί με δυσκόλευε στις παρατηρήσεις του βυθού. Ένας κόσμος μαγικός. Ότι έβλεπες στη θάλασσα ήταν καινούργιο. Τα κοχύλια, τα καβούρια, οι σαλιάρες, οι αχινοί ήταν οι πρώτοι μου δάσκαλοι στον καινούργιο αυτό κόσμο, η μάσκα κολλημένη στα μούτρα μου και η παχουλή κοιλιά μου γδερνόταν στα χαλίκια της ακροθαλασσιάς …………..
……..17 χρονών πια και οι κόντρες με τους φίλους με είχαν κάνει δεινό κολυμβητή. Όχι μόνο στην κολύμβηση επιφανείας αλλά και στα μακροβούτια. Μετρούσα 20 μεγάλες απλωτές υποβρυχίως κι εκεί που έβγαινα φάνταζε πολύ μακριά. Ά! και με τα μάτια ανοιχτά ε; Στο τέλος των μακροβουτιών αυτών εκεί που η θάλασσα άρχιζε να βαθαίνει και το σιελ χρώμα της άρχιζε να γίνεται πιο σκούρο κοιτώντας το βυθό, ένοιωθα μια περίεργη έλξη. Δεν είμαι σίγουρος αλλά νομίζω πως η αίσθηση αυτή ήταν που με καλούσε για το επόμενο μακροβούτι, για την επόμενη βουτιά. Αγόρασα και μια μάσκα της προκοπής και να βουτιές και νέες ανακαλύψεις........